7 Ιουλ 2009

Σου

Περπάτησα στο γρασίδι του κεφαλιού
Μύρισα κλίμα στις ρίζες των μαλλιών
Πέρασα μια νύχτα μέσα στις κόγχες
Κατηφόρησα το μονοπάτι του λαιμού
Γλίστρησα στα βρύα των στήθων
Με πήρε ο ύπνος στην Μεσσοποταμία του αφαλού
Ναυάγησε το σκαρί της γλώσσας μου στο αιδοίο
Ανέπνευσα τους καπνούς των γλουτών
Ούρλιαξα την έναρξη των μηρών
Ζωγράφισα βλάσφημα σκίτσα των γαμπών
Πατήθηκα μέχρι πριν φτάσω στον θάνατο απ' τις πατούσες

21 Ιουν 2009

...μπζζζζχχζζζζζσσσς...

Δεν θυμάμαι πότε άρχισε αυτός ο θόρυβος. Κανείς δεν θυμάται ακριβώς. Ίσως όταν τα σύννεφα άρχιζαν να κατεβαίνουν προς τα κάτω για να θολώσουν τα τζάμια του λεοφωρείου που κοίταζε έξω η ματιά μου σαν δραπέτης.

...μπζζζζχχζζζζζσσσς...

Όπως και να' χει δεν έχει σημασία. Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που λένε πως έχει αλλά είναι τόσο λίγοι, που καταντάνε σαν μονότονο βουητό μύγας. Εμένα δεν με ενοχλούνε. Ίσα ίσα που είναι θεμιτό να ακούς διαφορετικά πράγματα. Τα μάτια μου έχουν αρχίσει να κλείνουν. Τα νιώθω να κλείνουν εδώ και είκοσι περίπου λεπτά. Όχι όμως ότι μέσα σε αυτά τα είκοσι λεπτά κλείνουν κι ανοίγουν κι ούτω κάθ' εξής αλλά σίγουρα πριν είκοσι λεπτά το άνοιγμα των βλεφάρων μου ήταν σε φυσιολογικά επίπεδα ξύπνιου, ενώ τώρα πια είναι σίγουρα πιο κλειστά. Σαν κλείσιμο ματιών σε αργή κίνηση δηλαδή. Άλλωστε έχει μειωθεί εμφανώς το οπτικό μου πεδίο. Αυτό όμως δεν με νοιάζει ακόμη κι αν μία ηλικιωμένη με κοίταξε περίεργα. Θα ορκιζόμουνα επικριτικά.


...μπζζζζχχζζζζζσσσς...

Ο πονοκέφαλος ορμάει μέσα από το μπροστινό μέρος του κεφαλιού μου σαν σεληνιασμένος βάρβαρος, πετσοκόβοντας σαν άναρχος κηπουρός τις τρίχες από τα βλέφαρά μου, κόβωντάς τες με το χοντροκομμένο σπαθί του, με την λάμα του ν' αντανακλά την λάμψη των ματιών μου. Καθώς το λεοφωρείο περνάει κάτω από μία γέφυρα το είδωλό μου στο τζάμι του, γίνεται πιο ευδιάκριτο, πιο έντονο καθώς το λεοφωρείο τυλίγεται στις σκιές. Είδα καθαρά, μα στιγμιαία τους απλωμένους μαύρους κύκλους κάτω απ' τα μάτια μου και μια αδιόρατη αίσθηση πίσω από το νόημα της ματιάς μου. Κάτι υποβόσκων κι υποχθόνιο. Ο θόρυβος μεγεθύνει αυτό το συναίσθημα. Την απειλή κάτι αγνώστου. Όλες αυτές οι διηγήσεις τελικά θα με κάνουν να χαθώ και εγώ μέσα στον όχλο κι ας είναι το τίμημα το ποδοπάτημά της λογικής μου. Ο θόρυβος.

...μπζζζζχχζζζζζσσσς...

Ξεκίνησε έτσι χωρίς λόγο. Η παράνοια των συλλογικών παθών. Ένας βόμβος στην ατμόσφαιρα και μέσα από τις μέρες έγινε εντονότερος. Σαν να μπήκαν στο μίξερ οι ήχοι χιλιών εντόμων που περπατάνε δίπλα από το αυτί σου, ο ήχος της τηλεόρασης που δεν πιάνει σήμα, ο στατικός ηλεκτρικός των καλωδίων της ΔΕΗ, το απομακρυσμένο γέλιο που το μεταφέρει ο μανιασμένος άνεμος, ο ήχος που κάνουν τα αθλητικά παπούτσια στο παρκέ του μπάσκετ και δημιουργήσαν αυτό τον θόρυβο που υπάρχει διάχυτος κι ομοιόμορφος παντού μέσα στην Αθήνα. Σαν μία απειλή. Το σάλπισμα μίας επικείμενης καταστροφής. Μία προειδοποίηση για να εκκενωθεί η πόλη πριν να είναι πολύ αργά. Ή να ξυπνήσει. Ή να σεβαστεί ή να κόψει τα νύχια της. Οι περισσότεροι δεν αντιλαμβάνονται τίποτα τέτοιο. Οι πιο πολλοί άλλωστε ακούνε τον θόρυβο σαν μελωδία ή δεν τον αντιλαμβάνονται καθόλου. Νομίζουν πως είναι ο θόρυβος των λεοφόρων μα ορκίζομαι πως είναι η βαβούρα της τρέλας. Μαζική υστερία λένε κάποιοι, κάποιοι άλλοι θεϊκό σημάδι, εξωγήινος δάκτυλος, φαινόμενο που προέκυψε από την καλπάζουσα οικολογική καταστροφή κι ότι κατεβαίνει στο κεφάλι του κάθε ένα.


...μπζζζζχχζζζζζσσσς...

Τα μάτια μου κλείνουν όλο και περισσότερο όσο περνάει η ώρα και το λεοφωρείο διανύει χιλιόμετρα. Κλείνουν με γεωμετρική πρόοδο. Ανοίγω την τσάντα μου και παίρνω ένα παυσίπονο. Η τσάντα μου είναι γεμάτη από αυτά. Το καταπίνω μονάχα με το σάλιο και συνεχίζω να κοιτάω έξω απ' το παράθυρο. Το παυσίπονο είναι ανήμπορο πλέον να κάνει το οτιδήποτε. Ξέρω πως δεν πρέπει ν' αποκοιμηθώ. Όπως στην ταινία invasion of the body snatchers.
Πρωτού κλείσω εντελώς τα μάτια και το σκοτάδι πάρει την τύχη μου στα χέρια του, πρόλαβα να διαβάσω κάτι γραμμένο προφανώς βιαστικά και με μαύρο σπρέυ, στο γκρίζο τσιμέντο,

"ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ
ΕΧΕΤΕ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΜΙΣΕΙΤΕ"


Είχα ήδη στο νου μου, δυο τρεις κατηγορίες...

...μπζζζζχχζζζζζσσσς...

21 Μαρ 2009

Μαύρα Μάτια

Το χορτάρι θα συνεχίσει να μεγαλώνει κι οι άνθρωποι θα συνεχίσουνε να τρέχουν
στο νεκροκρέβατό μου περιμένω να μου αλλάξουνε σεντόνια καθώς ο γιος μου τρώει τις μύξες του
οι μπυροκάνουλες θα συνεχίσουν να ιδρώνουν κι οι ζωές της γάτας μου να λιγοστεύουν
αν σου περισσεύει λίγο έλεος και για μένα, τότε αν μου πρόσφερες μια ιστορία σου
να ζεσταινόμουν κάτω απ 'τα σεντόνια της και να θόλωνε η ανάσα μου το αλεξίσφαιρο τζάμι της
νιώθω τόσο ντροπή, όπως νιώθω τα ελατήρια του στρώματος να υποβαστάζουν τον χρόνο μου
Ακόμη νιώθω τα μάτια σου να καυτηριάζουν τον αμφιβληστροειδή μου, όπως η μαριχουάνα τα πνευμόνια μου

4 Μαρ 2009

Η Σκιάς της Σκιάς (ο Έρωτας της Νοσταλγίας)

Στις άκρες των δαχτύλων μου φαγωμένα νύχια,
ο κόσμος του ξύπνιου εφιάλτης απόλυτης λογικής,
θυμάμαι όταν ήρθες∙
κοιτούσα πίσω απ' την πλάτη μου,
φοβούμενος εκείνον τον μυθικό εαυτό μου,
με τις ερεβώδης κόγχες δίχως μάτια,
που σε βυθίζει στην σκιά του.

Ερωτοτροπώ με τους σπασμούς της παγωνιάς.

Τα στοιχειώδη σωμάτιά μας,
η σκιά του κοινού μας παρόντος,
επίμονα αληθινή,
γαλήνια.

Ο χρόνος ένα βίωμα
μεταμφιεσμένος σε παρόν,
θρασύ και φιλεύσπλαχνο.
Η σκιά μιας εξίσωσης
στο dna μας,
οι αναμνήσεις του χρόνου
ταΐζουν μια εσώτερη σκιά,
κακός οιωνός ακτινογραφίας,
βασίλειό της οι άκρες της ματιάς μας.

Η σκιά της σκιάς μου∙
κατάρα∙
πανάλαφρη σα μαύρο σύννεφο,
ραμμένη στα πόδια μου.

29 Ιαν 2009

Επικείμενος

Επιτέλους...
ήρθανε οι μέρες οι γεμάτες τρόμο
η ομίχλη που γεννά η ζεστή ανάσα
αγκαλιάζει τα φαντάσματα που με στοιχειώνουν
τόσο γοητευτικά
που ξεχνώ πως ν' αγαπώ τους ζωντανούς

Επιτέλους...
ήρθανε οι βόμβες των δειλών
τα κομμάτια μου σερβίρονται φλαμπέ
στα πιο εξουσιοδοτημένα εστιατόρια της δύσης
ο σεφ προτείνει
να ξεχνώ πως ν' αγαπώ τους ζωντανούς

Επιτέλους...
ήρθανε τα βλέμματα υποψήφιων ερωμένων
θα πρέπει να παραγγείλω απ' τη σερβιτόρα
ένα εγχειρίδιο για να μείνω ξύπνιος
και να 'μαι νηφάλιος
για να ξεχνώ πως ν' αγαπώ τους ζωντανούς

Επιτέλους...
Αντιλαμβάνομαι την μυθολογία των ντόπιων αμερικανών
της αντίστροφης ψυχολογίας
άσπρο πάτο αιμοδότη
το σκοτάδι του ύπνου
είναι το δισκοπότηρο της χλωροφύλλης.

23 Ιαν 2009

Βρύο

16 Ιαν 2009

Διάλογος Ανάμεσα σε Τοίχους και μια Φωτιά

«Ειλικρινά τώρα. Νομίζω πως έχω πεθάνει.»
Το κεφάλι του έγειρε στα πλάγια, με τους μύες του λαιμού να έχουν σταματήσει πλήρως κι επιδεικτικά να κάνουν την δουλειά τους. Παρόλα αυτά δεν υπήρχε καμιά σύντομη αντίδραση όπως προσδοκούσε ο Σίμος με το αφημένο κεφάλι και τα μισόκλειστα βλέφαρα να κοιτάνε υπνωτιστικά την φλόγα στο τζάκι, που τρεμόπαιζε σαν την αρχέγονη κόμπρα της ύπαρξης.
Αυτή η έλλειψη αντίδρασης ήταν τόσο ανησυχητική για τον Σίμο όσο είναι για τον ψυχίατρο, όταν δεν εισπράττει καμιά μυική αντίδραση καθώς χτυπάει τα νεύρα του ποδιού του ασθενούς με το μικρό σφυράκι του. Σήκωσε τα μάτια του σιγά και κοίταξε με μια ανυπόφορη κούραση προς το μέρος του Παύλου.
«Έι! Ρε μαλάκα! Έι!»
Φώναξε ο Σίμος κοφτά και γρήγορα για να μη χρειαστεί να κουνάει τα χείλη του.
«Τι ‘θε ρε;»
Η φωνή του Παύλου ακούστηκε στιγμιαία σαν βάλσαμο στα αυτιά του Σίμου και αμέσως μετά εκνευριστική γιατί συνειδητοποίησε πως για να του απαντήσει, χρειάστηκε αυτός να του μιλήσει δύο φορές.
«Είσαι εδώ ή θες να σ’ αφήσω;»
Ο Σίμος σκέφτηκε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα μπας και του ‘μπαινε στην μύτη.
«Πες ρε. Πες.»
Ο Παύλος ήταν άμεσος αυτή την φορά και δεκτικός, κάτι που ικανοποίησε τον Σίμο και οι μύες στον λαιμό του πήγαν να πιάσουν δουλειά από τον ενθουσιασμό αλλά τελευταία στιγμή κάνανε πίσω καταλαβαίνοντας το λάθος τους πάνω στην αναμπουμπούλα.
«Ξέρεις τώρα...»
Ανάμεσα στις κουβέντες του Σίμου χάσκανε τεράστια κενά που οι τελείες πέφτανε μέσα μισότυφλες απ’ το μεθύσι. Ο Παύλος σοφός συνομιλητής άφηνε τις σιωπές να χαϊδεύουν τις γλώσσες της φωτιάς στο τζάκι.
«Να... μια απ’ τις πιο παλιές αναμνήσεις μου...»
« ...είναι ότι συνειδητοποιώ πως υπάρχω...»
«...ήταν λίγο σοκαριστικό...»
«...σαν το πρώτο οξυγόνο που αναπνέεις...»
«...αλλά δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω τους άλλους...»
«...την ύπαρξη των άλλων...»
«...λες κι έβλεπα άδεια κορμιά να μιλάνε...»
«...χρειάστηκε πολύ προσπάθεια...»
«...να νιώσω τους δικούς μου...»
«...τους υπόλοιπους...»
«...την ζεστασιά της ζωής τους...»
Η σιωπή αυτή την φορά κράτησε λίγο παραπάνω, σιωπή που έθεσε σε κίνηση τα συνομιλητικά αντανακλαστικά του Παύλου.
«Μιλάς για εκείνη την αίσθηση μοναδικότητας και εγώ είμαι και κανένας άλλος;»
Ο Σίμος στο άκουσμα της παρένθεσης του Παύλου, πήρε μια ανάσα που ίσα ίσα ήταν δυνατότερη και βαθύτερη απ’ τις προηγούμενές του.
«...μάλλον...»
«...αλλά όχι έτσι ακριβώς...»
«...όχι ναρκισσιστική...»
«...περισσότερο μοναξιά...»
Στην επικείμενη σιωπή ο Παύλος απάντησε με ένα μακρύσερτο σύμφωνο, θέλοντας αν μη τι άλλο να δείξει σύντομα και ανώδυνα πως συμφωνεί. Δίνοντας έτσι την σκυτάλη ξανά κι άμεσα στον Σίμο.
«...τώρα πια όμως...»
«...όλο εκείνο το συναίσθημα έχει θαφτεί...»
«...κάτω από τόνους πραγματικότητας...»
«...πέθανα... έχω πεθάνει...»
«...είμαι τόσο ψεύτικος όσο εσύ...»
«...τόσο φτιαχτός όσο αυτές οι λέξεις...»
«...δεν απέμεινε τίποτα γνήσιο...»
«...δεν είμαι πια εγώωωωω...»
Οι μύες του λαιμού του Σίμου τινάχτηκαν απότομα πιάνοντας δουλειά όπως δεν είχαν πιάσει δουλειά εδώ και πολύ καιρό. Σφίξανε τα δόντια και σηκώσανε το κεφάλι του Σίμου όπως πρόσταζε ο εγκέφαλός του. Ταυτόχρονα οι μύες του υπόλοιπου σώματος συνεργαζόντουσαν με ταχύτητα κι αρμονία φέρνοντας το σώμα του Σίμου σε στάση επίθεσης απέναντι στον ξαπλωμένο στην διπλανή καρέκλα Παύλο. Ταυτόχρονα οι φωνητικές χορδές του Σίμου σε στενή συνεργασία με την στοματική κοιλότητα και τον μυ της γλώσσας μιμούνταν την φωνή ενός νεκροζώντανου που υπέφερε από την σήψη του ίδιου του του σώματος και είχε μια ακόρεστη δίψα για ανθρώπινο εγκέφαλο. Η μοναδική τροφή που θα του έδινε μια πρόσκαιρη ανακούφιση στο αιώνιο μαρτύριό του.
«ΡΕ ΠΑΠΑΡΑ!»
Φώναξε ο αιφνιδιασμένος Παύλος πέφτοντας από την καρέκλα κάτω απ’ το βάρος της ορμής του Σίμου και κυλιστήκανε στο πάτωμα.
«Γκρρρραααουρ!»
Ο Σίμος μούγκρισε μέχρι τελευταία στιγμή. Η αντίδραση του γδούπου στο πάτωμα και το τσούξιμο στα μέρη του σώματος που χτυπήσανε ήτανε αυτό που έφερε στα χείλη τους ένα δυνατό άτακτο γέλιο σαδομαζοχιστικής φιλίας. Ένα γέλιο για να εξισορροπήσει τον πόνο και να πιστοποιήσει το «αυτοσχέδιο» αστείο.